Skip to main content
Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός

Επίκαιρο σημείωμα. Η Διολίσθηση της Εθνικής Κυριαρχίας και η Ανάγκη για μια Νέα Στρατηγική Αποτροπή (κ. Θεόδωρος Σταυρόπουλος*)

Η πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα ερμηνεύεται από τους επικριτές της ως ένα χρονικό συνεχών και οργανωμένων υποχωρήσεων, όπου η επίσημη πλευρά επιλέγει σταθερά τον δρόμο της υποταγής και του κατευνασμού. Μια κριτική που, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, δεν αποτελεί πλέον περιθωριακή άποψη, αλλά βρίσκει ευρύτατη απήχηση στην ελληνική κοινωνία, η οποία εμφανίζεται ολοένα πιο επιφυλακτική απέναντι σε μια πολιτική που θεωρεί ότι υποτιμά την ανάγκη για αποφασιστική υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Αυτή η στρατηγική, σύμφωνα με την κριτική αυτή, δεν αποτελεί μια προσωρινή τακτική, αλλά μια βαθύτερη νοοτροπία που βαφτίζει τη γεωπολιτική αναδίπλωση «ψυχραιμία» και την απώλεια πρωτοβουλιών «υπευθυνότητα». Για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, το ζητούμενο πλέον δεν είναι μια Ελλάδα που απλώς αποφεύγει την ένταση, αλλά μια Ελλάδα που γνωρίζει τι θέλει, υπερασπίζεται όσα δικαιούται και διαθέτει την αξιοπιστία να επιβάλλει σεβασμό.
Η αρχή έγινε, κατά την ίδια ανάγνωση, με την επίσημη διαχείριση της κρίσης των Ιμίων το 1996, όταν η κυβέρνηση Σημίτη αποδέχθηκε τη φόρμουλα «όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες», εξέλιξη που οι επικριτές θεωρούν ότι επέτρεψε στην Τουρκία να ενισχύσει τις αμφισβητήσεις της στο Αιγαίο. Η υποχωρητικότητα αυτή, σύμφωνα με την κριτική, πήρε επίσημη μορφή με τη Συμφωνία της Μαδρίτης το 1997, όπου αναγνωρίστηκαν «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο, και συνεχίστηκε με τα Συμπεράσματα του Ελσίνκι το 1999, τα οποία, κατά την ίδια άποψη, συνέβαλαν στη διεύρυνση της ατζέντας των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Αυτή η ίδια γραμμή, υποστηρίζουν οι επικριτές, συνεχίζεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το δόγμα του «προβλέψιμου και δεδομένου συμμάχου» έχει, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, περιορίσει τη διπλωματική αυτονομία της χώρας, ενώ η συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς επιχειρήσεις και η παροχή στρατιωτικής βοήθειας σε συμμάχους παρουσιάζονται ως επιλογές που υπηρετούν ευρύτερες συμμαχικές προτεραιότητες, χωρίς πάντοτε να είναι σαφές ποιο είναι το άμεσο εθνικό αντάλλαγμα.
Παράλληλα, η πολιτική των «ήρεμων νερών» και η Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 αντιμετωπίζονται από τους επικριτές ως το σύγχρονο πρόσωπο μιας πολιτικής κατευνασμού, η οποία, κατά την άποψή τους, δεν έχει εξαλείψει τις τουρκικές αναθεωρητικές διεκδικήσεις και τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η κριτική αυτή επικαλείται μια σειρά από γεγονότα των τελευταίων ετών.
Στην Κάσο, η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τη διάρκεια ερευνητικών εργασιών προκάλεσε ένταση και ανέδειξε για ακόμη μία φορά τα όρια της πολιτικής των «ήρεμων νερών».
Στο ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δικαίωμα που προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η τουρκική απειλή περί casus belli αποτελεί διαχρονικά έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ελληνική στρατηγική.
Στο ζήτημα των Θαλάσσιων Πάρκων, ελληνικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες προκάλεσαν τουρκικές αντιδράσεις, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά το πόσο εύκολα ακόμη και περιβαλλοντικές πολιτικές μπορούν να μετατραπούν σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στο Αιγαίο.
Και στην Κύπρο, η συζήτηση για την εγκατάλειψη ή την υποβάθμιση της λογικής του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας–Κύπρου επανέρχεται διαρκώς, με όσους ασκούν κριτική στην ελληνική πολιτική να προειδοποιούν ότι η αποσύνδεση της ασφάλειας της Κύπρου από τον ευρύτερο ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνα κενά.
Οι υποστηρικτές των σημερινών επιλογών, βεβαίως, προβάλλουν μια διαφορετική εικόνα. Υποστηρίζουν ότι η ασφάλεια της Ελλάδας δεν στηρίζεται μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά σε ένα ευρύτερο πλέγμα διεθνών συμμαχιών: στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ, στις διμερείς στρατηγικές σχέσεις, στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και στη σημαντική αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με σύγχρονα οπλικά συστήματα, όπως τα Rafale, οι φρεγάτες Belharra και τα F-35.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: αρκούν οι συμμαχίες και οι εξοπλισμοί όταν η πολιτική βούληση δεν συνοδεύεται από μια ξεκάθαρη στρατηγική αποτροπής;
Οι συμμαχίες είναι πολύτιμες και οι σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις απολύτως αναγκαίες. Όμως καμία συμμαχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική βούληση και καμία αγορά οπλικού συστήματος δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει αποτροπή. Η αποτροπή οικοδομείται όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι απέναντί του υπάρχει μια χώρα με πολιτική συνέπεια, επιχειρησιακή ετοιμότητα και ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές.
Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, αναδεικνύεται η ανάγκη για μια νέα στρατηγική που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να εγκαταλείψει την παθητική αποδοχή των τετελεσμένων και να ανακτήσει την πρωτοβουλία.
Πρώτο βήμα πρέπει να είναι η ουσιαστική ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, με στόχο ένα συνεκτικό και αξιόπιστο πλαίσιο αποτροπής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ασφάλεια της Κύπρου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα που βρίσκεται έξω από τον ελληνικό στρατηγικό ορίζοντα.
Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει πολύ πιο αποφασιστικά τη θέση της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι μόνο μια διακήρυξη αρχών. Πρέπει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένη πολιτική απέναντι σε κάθε απόπειρα αμφισβήτησης της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κράτους-μέλους.
Η Ελλάδα πρέπει να είναι σύμμαχος αξιόπιστος, αλλά όχι «δεδομένος». Να είναι χώρα που συνεργάζεται, αλλά ταυτόχρονα διεκδικεί. Να συμμετέχει στις συμμαχίες της με συνέπεια, αλλά να υπερασπίζεται με την ίδια συνέπεια τα δικά της εθνικά συμφέροντα.
Και πάνω απ’ όλα, η Ελλάδα οφείλει να καταστήσει προς κάθε κατεύθυνση απολύτως ξεκάθαρο ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα με απαράμιλλο σθένος, αταλάντευτη βούληση και πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Δεν επιδιώκει την αντιπαράθεση, δεν απειλεί κανέναν και δεν επιθυμεί την κλιμάκωση. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρόκειται να ανεχθεί καμία απόπειρα επιβολής τετελεσμένων στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Το μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό και χωρίς περιθώρια παρερμηνείας: όποιος επιχειρήσει να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Ελλάδας, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια χώρα που διαθέτει τη βούληση, τις συμμαχίες και την αποτρεπτική ισχύ να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την κυριαρχία της.
Και τότε, εκείνος που θα έχει επιλέξει την πρόκληση θα πρέπει να γνωρίζει ότι μπορεί να το μετανιώσει πικρά — όχι επειδή η Ελλάδα επιδιώκει τη σύγκρουση, αλλά επειδή η ελληνική αποτροπή πρέπει να είναι τόσο αξιόπιστη, ώστε κανείς να μη διανοείται να μετατρέψει τις απειλές σε πράξεις.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να φωνάζει για να αποδείξει τη δύναμή της. Χρειάζεται να την έχει και να την οργανώσει,

*Ο καθηγητής Θεόδωρος Σταυρόπουλος δίδαξε Μαθηματική Ανάλυση και εφαρμογές στο Φυσικό και Μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.